Οι ποιητές γράφουν για την ποίηση (Μέρος πρώτο)
Το σημερινό post δεν περιέχει κάποιο δικό μου ποίημα αλλά είναι μια μικρή δουλειά μέσα από τη μελέτη ποιημάτων διαφόρων ποιητών οι οποίοι αναφέρουν τι είναι για τους ίδιους ποίημα ή ποίηση. Ήταν από τις πρώτες μου ανησυχίες όταν ξεκίνησα να γράφω και όπου έβρισκα κάτι σχετικό να λέει κάποιος ποιητής το κρατούσα.
ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ
Δεν διάβασα εγώ τις λέξεις του.
Αυτές οι ίδιες ξεπηδούσανε
από το άψυχο εκείνο χαρτί
και με ευκολία ταλαιπωρούσανε τα δικά μου μάτια.
Κι αυτά με τη σειρά τους
μη μπορώντας να δεχθούν τα προσφερόμενα,
επαναστατούσαν υγρά!…
ΤΟ ΜΕΛΑΝΙ
Το μελάνι
χύνεται στο χαρτί
για να σκοτώσει τη σιωπή των ματιών!
ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ
Αγκαλιά η νύχτα
με το κερί κρυφοκοιμάται.
Αγυρτεία η συνάντηση της με το φεγγάρι.
Η εγκατάλειψη είναι που φέρνει τον πόνο!
Γράφω για κείνο το φεγγάρι
που δε φάνηκε ποτέ.
Για μια άχρωμη αναμονή.
Κανένα εισιτήριο δεν κόπηκε για μένα.
Μα στο ταξίδι πήγα έστω και χωρίς αποσκευές.
Καληνύχτα!
Εκείνα τα φύλλα του φθινοπώρου,
ποτέ δεν τα πήρε ο άνεμος…
ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ
Η ακατάπαυστη ιχνηλασία
του ποιητή
οδήγησε στο συμπέρασμα
πως δεν πρόκειται για έλλειψη παρουσίας,
αλλά για απουσία!
Το επόμενο ποίημα γράφεται εύκολα
αφού η συναισθηματοτροχιά είναι γνωστή
και ο ποιητής
ξέρει να μην αλλοιώνει την πραγματικότητα στα μάτια του.
(Ανδρέας Γεωργαλίδης, (1998)“Αντικείμενες Ημιευθείες”, Λευκωσία)
“Όταν ο ποιητής κατευθύνει λανθασμένα ή δεν έχει τι άλλο να πει καλύτερα να είναι απών”
Ν. Χασιώτης (Θεσσαλονίκη, 1998)
ΣΦΑΙΡΕΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ
Σφαίρες οι στίχοι…
Σφαίρες που με πληγώνουν…
Κι ο πόνος αυτός με γυρνά στα παιδικά χαμόγελα
Όταν ο ήλιος ταξίδευε στα βλέμματα
και μύριζαν τα πουκάμισα μας μέλλον και χώμα
Άλλοτε πάλι τ’ αστέρια χαμηλώνανε,
για να τους πούνε μυστικά
Και γέμιζαν οι φούχτες μας φτερά περιστεριών
-Αργότερα μας είπαν δολοφόνους-
Μα δε γνώριζαν τα θαύματα…
Τα χέρια των παιδιών στάζουν ιδρώτα και αγιωσύνη
Τώρα πια εξορίζομαι στου κόσμου την παραφροσύνη…
Σφαίρες οι στίχοι…
Σφαίρες που με πληγώνουν…
Και με το αίμα αυτό, της άνοιξης βαφτίζομαι
ο πρόδρομος….
(Β. Αργυρόπουλος, (1994)”Τα λατομεία της σιωπής”, Πειραιάς)
